| 1944 Η Καθαρά Δευτέρα του Μανουί |
|
|
1944 Η Καθαρά Δευτέρα του Μανουί
Μάνου Φαλτάϊτς Τα παιδιά είχαμε ντυθεί με καρόνες και καλαμκάνια. Δεν θυμάμαι αν αυτή τη χρονιά φορούσαμε τενεκεδένια κουτιά από γάλατα και κονσέρβες που μας είχε φέρει η Ούνρα. Ίσως ναι, ίσως όχι. Μπορεί να είχανε φτάσει στη Σκύρο την άλλη χρονιά. Μα οι καρόνες, οπωσδήποτε στολίζαν τη μέση μας και τα καλαμκάνια άφηναν ένα ίχνος με ήχο, αντικαθιστώντας τον μεγαλόπρεπο και φοβερό θόρυβο των κανονικών κουδουνιών με τροκάνια και πλακαρά που συνθέτουν αυτόν, τον γνωστό και παράξενο ήχο που γνωρίζουμε όλοι. Μα Γέροι, Κορέλες και Φράγκοι, ντυνότανε πάντοτε σχετικά λιγοστοί. Και μεις ακόμα τα παιδιά, μετέχαμε σ' αυτή την ξακουστή πανάρχαια εορτή που πάει πίσω πολύ πίσω- ως τη λατρεία του Κρόνου όπως έχω παρουσιάσει στις θεωρίες μου για τη καταγωγή του Καρναβαλιού. Η Καθαρά Δευτέρα ήταν πραγματικά παλλαϊκή εορτή. Σ' αυτή έπαιρνε μέρος ένας αληθινά μεγάλος αριθμός Σκυριανών. Κατά τις προηγούμενες μέρες του καρναβαλιού ο πολύς κόσμος ήταν απλά θεατές των μασκοφορεμένων αντρών που συνέθεταν το τρίο του πανάρχαιου δρώμενου: Γέρου - Κορέλας - Φράγκου. Ο Φράγκος βέβαια, φαίνεται νεώτερο πρόσωπο, καθώς δηλώνει το όνομα και η αμφίεση όπου έχει, μα εγώ πιστεύω ότι είναι αρχαίο μέλος κι αυτό της τριάδας, που θα είχε άλλη αμφίεση και άλλη ονομασία. Η Καθαρά Δευτέρα είναι από τις πιο μεγάλες εορτές που έχουν οι Σκυριανοί. Ισουψής της μέρας των Φώτων, της Πρωτομαγιάς και του Αγίου Γεωργίου από πλευράς συμμετοχής του λαού που δίνει αυτή την ξέχωρη συγκίνηση και λαμπρότητα κάνοντας την παράδοση πανίσχυρη δύναμη που δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Μανουί, θα ντυνόταν κι αυτός για να πάρει μέρος στην εορτή. Μα τι; Η πρώτη του σκέψη ήταν να ντυθεί τσοπανόπουλο, φορώντας την τσοπάνικια φορεσιά, όπως ήταν συνήθειο. Γιατί, πρέπει να πω, ότι τούτα τα ρούχα φοριότανε κύρια αυτή την μεγάλη ημέρα, ανεξάρτητα σε ποια κάστα ανήκαν οι νέοι που ντύνονταν. Φοριόταν ακόμα και η γεωγραφική φορεσιά, με μαύρες τροχαδόκαλτσες, κοντραμπατζίδικο σκούφο και κόκκινο συνήθως γελέκο, μα τα καλά ρούχα, ήταν πραγματικά τα τσοπάνικα. Με τις άσπρες τροχαδόκαλτσες, το άσπρο φαρδομάνικο πουκάμισο με την ξακουστή αρατζδέλα, το άσπρο γελέκο, το γερανιό μαντήλι που στόλιζε σαν στεφάνι το κεφάλι των όμορφων αγοριών. Οι κοπέλες βάζανε τις καλές παραδοσιακές φορεσιές τους, αλαμένα, φστάνι με το χσε, φστάνι με τον κουτνί και Κουμιώτικα με την κίτρινη μαντίλα και τις χρωματιστές μπιμπίλες στην άκρη τους. Μα ο Μανουί, ήθελε να κατεβεί στην Πλατεία αλλιώς. Δεν του άρεσε να κάνει ό,τι κάναν οι άλλοι. Αυτός αναζητούσε κάθε φορά να δημιουργεί αυτό που τον πρόσταζε η δικιά του ψυχή. Θα ντυνόταν Μπεγόπουλο; Θα ντυνόταν Καδής; Η παράδοση του νησιού κρατούσε ζωντανές τις μνήμες αυτών των μορφών που κάποτε κυριαρχούσαν στη Σκύρο. Μα ο Μανουί, έδιωξε μακριά ετούτες τις σκέψεις. Τι να ταίριαζε άραγε στην ψυχή του ; Τι θα απόδιδε το κρυφό μεγαλείο του ; Στο τέλος, αποφάσισε να ντυθεί Βυζαντινό ευγενικόπουλο. Είπε τις σκέψεις του στη θεία Μαρία. Αυτή άλλωστε θα αναλάμβανε την ευθύνη να τον ντύσει σύμφωνα με ό,τι θα αποφάσιζαν. Ο θείος Γεώργης παρακολουθούσε με μιαν εσωτερικήν ευχαρίστηση τις συζητήσεις που έκανα με τη θεία μου. Και η Μαριγώ, χαμογελούσε από ευχαρίστηση, επίσης. Βιαζότανε να με δει, καθώς θα ντυνόμουν για να με καμαρώσει κι αυτή. Η θεία Μαρία είχε πάντα στον οίκο μας γύρω της, φίλες πιστές, μαθήτριες και θαυμάστριες. Απ' αυτή θα μάθαιναν κάτι ξεχωριστό. Κάτι ουσιαστικό και παράξενο. Κι εκείνη δίδασκε διαρκώς, και σκηνοθετούσε μια αλλιώτικια Σκύρο, αυτήν που την είχε αναδείξει σε Ελντοράντο της Τέχνης, καθώς την είχαν ονοματίσει διάσημοι καλλιτέχνες και λόγιοι της προπολεμικής εποχής. Ήταν η χρυσή περίοδος του νησιού μου. Η θεία Μαρία άνοιξε με τη βοήθεια της Μαριγώς και των φιλενάδων της τα μπαούλα που φυλαγόταν οι κάθε λογής ξακουστοί θησαυροί του Οίκου μας. Κανένα άλλο σπίτι στη Σκύρο δεν μπορούσε να συγκριθεί με τούτους τους θησαυρούς. Κι εγώ, καμάρωνα και μεγαλώναν τα μάτια μου παρακολουθώντας ετούτη την τελετουργία που εξελισσόταν μπροστά μου. Τι κεντήματα, τι σπάνια και πανάκριβα αρχαία υφάσματα, καπχάδες και φτάδες, σάλια, κιλίμια, στόφες πανάκριβες απ' τη Βενετιά και την Πόλη, άσπρα και πολύχρωμα κάθε είδους υφάσματα. Ολάκερη η πολυτέλεια της Ανατολής και της Δύσης κειτόταν μπροστά μου. Οι φίλες της θείας Μαρίας, ήταν κι αυτές σε έκσταση αντικρίζοντας ετούτους τους θησαυρούς. Τον θυμούνται ακόμα τον πλούτο σε παλιά αντικείμενα που είχε ο οίκος μας, οι παλαιοί Σκυριανοί. Και είναι τούτοι οι θησαυροί αυτοί που στολίζουνε τώρα τις αίθουσες του Μουσείου μου. Με ντύσανε ευγενικόπουλο του Βυζάντιου. Και τότε εγώ δεν περίμενα ούτε στιγμή. Όρμησα έξω και σε λίγα λεφτά βρισκόμουνα στην Πλατεία Ηρώων όπου είχαν ήδη συγκεντρωθεί εκατοντάδες συμπατριώτες μου, μικροί και μεγάλοι. Η αμφίεσή μου τους έκανε εντύπωση φυσικά. Και με περιτριγυρίζαν για να δούνε από κοντά αυτά που φορούσα, καθώς με ρωτούσανε να τους πω, τι σημαίναν ετούτα τα ρούχα. Εγώ απαντούσα, με πολύ σοβαρότητα, πως ήμουνα ένα αληθινό Βυζαντινό Ευγενικόπουλο. Και αυτά τα ρούχα φορούσα. Οι φίλοι μου, κορίτσια κι αγόρια, νιώθαν την ανάγκη να βρίσκονται δίπλα μου. Ένοιωθαν περηφάνια κι ευτυχία να είναι μαζί μου. Με ακολουθούσαν παντού καθώς τρέχαμε από δω κι από κει, ανεβοκατεβαίνοντας απ' την Πλατεία Ηρώων στην Αγορά, μέχρι το φαρμακείο του Σακαλή και γυρίζοντας πίσω και πάλι, και ξαναγυρίζοντας, ξανά και ξανά. Η θεία Μαρία κατέβηκε με τις φίλες της θειά Ερατώ και τη θειά Λίτσα του Σχολάρχη, στην Πλατεία. Ήθελαν κι αυτές να με δούνε από κοντά. Μα δεν συνηθίζαμε τότε να μιλούμε οι μικροί στους μεγάλους, ούτε κι αυτοί στους μικρούς, όταν βρίσκονταν άλλοι μπροστά. Δεν θα λέγανε ποτέ έναν έπαινο, δεν θα εκδηλώναν καμάρι. Αυτά ήταν για άλλους χρόνους κι ανθρώπους καμώματα, σαν της σημερινής παρακμιακής εποχής. Εμείς, νοιώθαμε με αόρατο τρόπο να εκδηλώνεται η αγάπη μας και καμαρώναμε τους δικούς μας που άξιζαν με μυστικά σημάδια που δεν μπορούσε να διακρίνει άλλος κανείς. Ερχόταν το καταμεσήμερο πια. Η γιορτή θα συνεχιζόταν στο σπίτι μας. Ανέβηκα στη Βιγλατορία μας γεμάτος περηφάνια και συγκίνηση. Αρκετά είχα χορτάσει τις δόξες μου σήμερα. Η θεία Μαρία κι όλοι οι άλλοι δικοί μου βρισκόταν εκεί. Και οι φίλοι μου ο Βικτώρ και η Παμ, φυσικά. Είχαν και τούτοι ντυθεί και παραστέκανε δίπλα μου. Η Παμ ήταν ντυμένη Αυγούστα. Κι ο Βίκτορας ο Στρατηγός Βελισάριος. Η θεία Μαρία είχε φροντίσει να μας μιλήσει για τη δοξαστή ιστορία τους. ΝΑΙ, ΑΛΗΘΙΝΑ εκείνη εκεί η Καθαρά Δευτέρα του 1944 ήταν πραγματικά μια έξοχη κι αλησμόνητη εορτή για όλους τους Σκυριανούς, μα και για τον ίδιο το Μανουί. |
| < Προηγ. |
|---|
Cache Directory Unwriteable

